Ο Μίλο Μανάρα μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Μίλο Μανάρα δεν είναι απλά ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Ιταλούς δημιουργούς κόμικς, αλλά συνάμα κι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους κομίστες σε διεθνές επίπεδο. Η εμβέλεια του έργου του, που έχει εξακτινωθεί στα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας χάρις στο μαεστρικά πλαστικό και ρεαλιστικό του σχέδιο, την ιδιαίτερη ερωτική θεματογραφία του, έχει αγγίξει μεγαλύτερα κοινά κι έχει αποκτήσει πολύ περισσότερους ακολούθους κι όχι μόνον όσους σχετίζονται ή είναι θιασώτες του κόμικς. Η έκθεση του Μίλο Μανάρα με τίτλο «Manara & Fellini: Όνειρο και Σχέδιο»,που εγκαινιάσθηκε την Πέμπτη 2 Απριλίου στο Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών, σε συνεργασία με το φεστιβάλ Comicdom CON Athens της Αθήνας, αποδεικνύει το πόσο η γενικότερη γραφιστική δεξιοτεχνία του Ιταλού καλλιτέχνη είναι τόσο δημοφιλής και πάντα αποτελεί πόλο έλξης του ενδιαφέροντος του κοινού.
‘Αλλωστε, δε θα ήταν υπερβολή πως η δημιουργική δεινότητα του έργου του Μανάρα, που συνδυάζει μοναδικά την πλοκή και το σχέδιο–όπως κι άλλων σημαντικών ομότεχνών του, για παράδειγμα ο φίλος και συνεργάτης του Ούγκο Πρατ– κι η ευρύτερη αποδοχή απετέλεσαν το ειδοποιό στοιχείο που συνέβαλε στο να εξυψωθεί η, για πολύ καιρό αμφισβητούμενη, τεχνική του κόμικ και του graphic novel σε ένα ισότιμο είδος τέχνης κι όχι ένα υποδεέστερο «υπο-γένος», έκφραση της υπο- και «ποπ» κουλτούρας, του νεανικού ή «λαϊκού αναγνώσματος».
Η ακτινοβολία των κόμικς του Μανάρα, που μάλιστα υπερέβησαν τα στενά όρια της έντυπής έκδοσης και έγιναν –όπως το διάσημο «Το κουμπί της»–και κινηματογραφικές ταινίες καθιέρωσαν το κόμικ και την αισθητική του. Ιδίως την ιδιαίτερη προοπτική, την απόδοση της κίνησης και τους οπτικοποιημένους εννοιολογικούς κώδικες ή σημάνσεις των ήχων ή των συναισθημάτων, που διαρκώς εφευρίσκει . Και μάλιστα, το ανέδειξαν ως μία πηγή έμπνευσης και για άλλα κατοπινά «γένη», όπως το γκράφιτι, την street art, ενώ επηρέασαν βαθιά και την οπτική γωνία ορισμένων ειδών της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου ή των κινουμένων σχεδίων.
Αλλά πώς γενήθηκε η ιδέα για το μεγαλοφυές τούτο σχέδιο, που παρουσιάζεται στην αθηναϊκή έκθεση Μανάρα/ Φελλίνι; Ο αξεπέραστος δημιουργός εξηγεί στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο και το ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Με τον Φελίνι, γνωριστήκαμε το 1986. Εκείνος είχε στο μυαλό του μια ταινία για τον μαγικό κόσμο του Κάρλος Καστανέντα. Όμως, κάνοντας τις αναγνωριστικές επισκέψεις για την ταινία στο Μεξικό, προς το Τουλούμ, του συνέβησαν κάποιες περιπέτειες… ας πούμε, όχι και πολύ ευχάριστες. Είχαν βρεθεί με τον Κάρλος Καστανέντα στο Λος ‘Αντζελες ένα βράδυ, είχαν πάει για δείπνο και υποτίθεται ότι θα έκαναν το ταξίδι μαζί. Αλλά το επόμενο πρωί, ο Καστανέντα είχε εξαφανιστεί. Χωρίς λόγο. Δεν τον ξαναείδε ποτέ στη ζωή του. Παρόλα αυτά, ο Φελίνι έκανε το ταξίδι μόνος του, παρόλο που λάμβανε συνεχώς μηνύματα που τον συμβούλευαν να μην το κάνει». Όπως είναι φυσικό, συνεχίζει ο Μ. Μανάρα, η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ, όμως «αποφάσισε να δημοσιεύσει την ιστορία στην εφημερίδα Corriere della Sera, στην τρίτη σελίδα, σε συνέχειες. Μόνο που ο διευθυντής της εφημερίδας, βλέποντας τη σελίδα γεμάτη κείμενο, είπε: ‘Χρειαζόμαστε μερικές εικόνες, γιατί δεν είναι ελκυστικό μόνο το κείμενο σε μια εφημερίδα, οι αναγνώστες πρέπει να βλέπουν κάτι’. Έτσι, μου ζήτησε να κάνω έξι εικόνες, όσα ήταν και τα κεφάλαια. Κι έτσι άρχισα να εικονογραφώ αυτή την ιστορία, αυτό το ταξίδι στο Τουλούμ που είχε γράψει εκείνος. Όταν τελείωσα τις έξι εικόνες, του είπα: ‘Μου φαίνεται υπέροχη περιπέτεια… αφού άρχισα να τη σχεδιάζω, τι λες να τη συνεχίσουμε σε κόμικ;’».
Έτσι, λοιπόν, χάρις στο αποτυχημένο ταξίδι και την αδημιούργητη ταινία του Φελλίνι, σήμερα χαιρόμαστε τούτη τη μοναδική συνεργασία. «Στην αρχή δεν ήταν πολύ πεπεισμένος», μας εκμυστηρεύεται ο Μίλο Μανάρα: «Του είπα τότε: ‘’Ακου, θα το κάνω εγώ. Μου δίνεις την άδεια; Θα φτιάξω τις πρώτες 10 σελίδες. Αν σου αρέσουν, συνεχίζουμε, αν όχι, σταματάμε’. Έφτιαξα τις πρώτες 10 σελίδες, οι οποίες διαδραματίζονται στην Cinecittà, εκεί όπου πάνε οι δημοσιογράφοι να του πάρουν συνέντευξη. Δηλαδή, δεν μιλούσαν ακόμα για το πραγματικό ταξίδι στο Τουλούμ, γιατί περίμενα να το γράψει εκείνος. Και πράγματι, του άνοιξε η όρεξη, του άρεσε η ιστορία και άρχισε να γράφει. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτό το πρώτο κόμικ».
Το σινεμά του Φελλίνι και γενικότερα, ήταν η απαρχή της έμπνευσης για τον Μανάρα ώστε να δημιουργήσει τούτη τη σειρά. Όμως, από πού προέρχεται εν γένει η έμπνευσή του; «Η έμπνευση μπορεί να γεννηθεί από τα πάντα. Από μία ταινία, μία σκηνή στον δρόμο, από ένα βιβλίο. Ό, τι μπορεί να σου εξάψει τη φαντασία και απ’ όπου θεωρείς ότι μπορείς να επιλέξεις ένα θέμα, το οποίο κατ’εσέ θα καταφέρει να ενδιαφέρει και τον αναγνώστη, πέρα από το ότι ενδιαφέρει εμάς τους ίδιους».
Ο ίδιος όμως, πώς ξεκινάει μία δημιουργία του;: «Η πλοκή κι ο διάλογος, σε αντίθεση με τον φίλο μου και συνεργάτη μου (ΣτΣ στο ‘Ινδιάνικο Καλοκαίρι’) Ούγκο Πρατ δεν με ενδιαφέρει και τόσο, μου αρκεί η αρχική ιδέα για να ξεκινήσω να σχεδιάζω. Πιστεύω πως η κεντρική ιδέα είναι το παν. ‘Αλλωστε κοιτάξτε συγγραφείς, όπως ο Κάφκα, δεν χρειάζεται να πούν πολλά: στη ‘Μεταμόρφωση’ περιγράφει όλο το έργο σε μία πρόταση “ένα πρωϊνό ο Γκρέγκορι Σάμσα ξύπνησε μεταμορφωμένος σε ένα έντομο”». Και πραγματικά, το σχέδιο του Μανάρα είναι τόσο εύγλωττο, που δεν χρειάζεται τη βακτηρία του σχολιασμού για να διηγηθεί την ιστορία.
Ο Μίλο Μανάρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος, τουλάχιστον για το μέγα πλήθος, με μία μορφή ερωτικού κι αισθησιακού κόμικ. Όμως, θα πρέπει να αναλογισθούμε πως η θεματική και εικονοποιητική στροφή του αυτή συνέπεσε με ένα πολύ μεγαλύτερο κίνημα στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 για την χειραφέτηση από τα ηθικολογικά δεσμά, που καταπίεζαν τους νέους και ιδιαίτερα το γυναικείο φύλο: «Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να κατεδαφίσουμε την “κοινή αιδώ”, όπως ήταν τότε ο ορισμός. Πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή η βία κατά της γυναίκας, η σεξουαλική βία, θεωρούνταν έγκλημα ‘κατά των ηθών’ και όχι κατά της γυναίκας – ο νόμος άλλαξε πριν από 15-20 χρόνια. Πολιτικά, υπήρχε αυτή η επιρροή της Εκκλησίας που ήταν πολύ έντονη».
«Ο ερωτισμός ήταν πάντα ένα φρένο για την ελευθερία. Θεωρούνταν ένα θέμα που έπρεπε να πνιγεί, να λογοκριθεί. Τούτη ακριβώς ήταν η πρόθεσή μου όταν άρχισα τις ερωτικές ιστορίες: να κατεδαφίσω την κοινή αιδώ και να υποστηρίξω ότι τα “απαγορευμένα” πράγματα είναι απαγορευμένα επειδή εμείς οι ίδιοι αυτολογοκρινόμαστε», τονίζει ο Μανάρα, αναφερόμενος στην γενικευμένη, απελευθερωτική, τάση που κυριαρχούσε στη σκηνή των κόμικς στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70,όπου το γυμνό και το σεξουαλικό περιεχόμενο σε περιοδικά, όπως τα θρυλικά Linus ή Frigidaire αποτελούσαν πράξη αντίστασης και σκόπιμου σκανδάλου ενάντια στον συντηρητισμό της Χριστιανικής Δημοκρατίας (Democrazia Cristiana) και της Εκκλησίας.
Όπως τονίζει για την αποδοχή του ερωτισμού, ο Μίλο Μανάρα και σε σχέση με την πορνογραφία και τα λεπτά όρια των δύο αυτών εννοιών: « Σε κάποιες στιγμές μπορεί να βρίσκουμε αποκρουστικά κάποια πράγματα που εμείς οι ίδιοι σε άλλες στιγμές βρίσκουμε πολύ ερεθιστικά και γοητευτικά. Η κρατική λογοκρισία δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης. Κανείς δεν μπορεί να αποφασίζει τι επιτρέπεται να δω ή να διαβάσω. Φυσικά, το όριο είναι ο νόμος – αν η παιδοφιλία είναι έγκλημα, επιλαμβάνεται ο νόμος. Αλλά πέρα από την εμπλοκή φυσικών προσώπων (που υφίστανται βλάβη), δεν μπορεί να υπάρξει κανένας λογοκριτής. Όσον αφορά την πορνογραφία, αυτή βλάπτει τον ερωτισμό, γιατί πιστεύω πως όσο αυξάνεται η προνογραφία τόσο μειώνεται ο ερωτισμός, γιατί εκείνος προκαλείται από τον υπαινιγμό και τη φαντασία–αυτήν που. με την ασυδοσία της, καταπνίγει η φαντασία».
Ο Μίλο Μανάρα θεωρεί ότι «το κόμικ έδωσε τη μικρή του συμβολή στη μεγάλη αλλαγή της δεκαετίας του ’60. Αν σκεφτούμε έστω και τη μόδα, η γενιά μου “ανακάλυψε” τα πόδια των γυναικών. Οι συμμαθήτριές μας στο Καλλιτεχνικό Λύκειο, από τη μια μέρα στην άλλη, εκεί που φορούσαν φούστες μέχρι τον αστράγαλο, ξαφνικά εμφανίστηκαν αυτά τα υπέροχα πλάσματα με μίνι φούστες που δεν ξέραμε πού να κοιτάξουμε! Όλα αυτά μαζί συνέβαλαν στο να γκρεμιστεί η παλιά αντίληψη περί αιδούς. Πρώτα απ’ όλα από τις ίδιες τις γυναίκες».
Αλλά, πέρα από την αλλαγή στα ήθη και ως ένα βαθμό τις γενικότερες ‘μορφές ζωής’ και την επιρροή στην καθημερινή γλώσσα ποιός μπορεί να είναι ο ρόλος του κόμικ, σαν μία αμεσότερη και πιο «λαϊκή» μορφή τέχνης; Ο Μίλο Μανάρα θεωρεί ότι «μπορεί να επηρεάσει το πολιτισμικό κλίμα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός πρέπει να είναι ο αυτοσκοπός του. Ο στόχος πρέπει να είναι η αφήγηση ιστοριών. Πάρτε για παράδειγμα την Οδύσσεια, τη ιστορία-μήτρα από την οποία κατάγεται όλος ο πολιτισμός μας. Δεν ξέρω αν είχε στόχο να εκπαιδεύσει, σίγουρα όμως εκπαίδευσε. Ίσως, ο στόχος της ήταν περισσότερο να τραγουδιέται με μουσική, μια μεγάλη περιπέτεια γύρω από τη φωτιά. Ήταν ένας τρόπος να πετάξεις με τη φαντασία, να μάθεις για τους προγόνους σου, τα ήθη και τα έθιμα. Έμμεσα δίδασκε, αλλά ο πρωταρχικός στόχος ήταν η περιπέτεια. Όπως και ο Κόρτο Μαλτέζε του Hugo Pratt: ο στόχος δεν είναι να σου διδάξει κάτι, αλλά να σου δείξει μια δυνατή, πιθανή ζωή. Γι’ αυτό αναφέρω την Οδύσσεια, γιατί τον Οδυσσέα τον πήρε και ο Δάντης στην Κόλαση. Ο Οδυσσέας λέει στον Δάντη για την ανάγκη του να φύγει για νέες ανακαλύψεις, ενώ οι σύντροφοί του λένε “είμαστε κουρασμένοι, ας πάμε σπίτια μας”. Τότε τους βγάζει έναν λόγο και λέει (στο κείμενο του Δάντη):
“Σκεφτείτε τη γενιά σας: δεν πλαστήκατε για να ζείτε σαν τα κτήνη, αλλά για να ακολουθείτε την αρετή και τη γνώση”. (Considerate la vostra semenza: fatti non foste a viver come bruti, ma per seguir virtute e canoscenza)
Αυτά είναι αθάνατα λόγια, το μανιφέστο της ανθρώπινης περιπέτειας. Αυτό πιστεύω ότι μπορεί να κάνει και το κόμικ: να σε κάνει να αναζητήσεις τη γνώση και να ανοιχτείς στον κόσμο».
Μέσα στο απέραντο σύμπαν των κόμικς, τότε και τώρα, ποιοί να είναι άραγε εκείνοι οι δημιουργοί που ο Μίλο Μανάρα ξαχωρίζει; «Θα μιλήσω για την Ιταλία, τη σκηνή της οποίας γνωρίζω καλλίτερα. Στην Ιταλία, από αυτούς που πραγματικά αγάπησα και δυστυχώς έχουν φύγει, είναι ο Moebius (αν και Γάλλος, πολύ αγαπητός) και ο Αντρέα Πιατσέντσα (Andrea Pazienza). Τώρα συνεργάζομαι με τον Φρανκ Μίλερ (Frank Miller) και τον θαυμάζω πολύ».
Αλλά κι από τους πιο σύγχρονους, ο Μίλο Μανάρα συμφωνεί κι εκείνος –όπως και πολλοί άλλοι–σε ένα όνομα: «Εαν πρέπει να μιλήσω για έναν δημιουργό που έχει τεράστια επιτυχία και επηρεάζει την ιταλική κουλτούρα σήμερα, αυτός είναι σίγουρα ο Τζέροκαλκάρε (Zerocalcare). Γιατί δεν είναι απλός σκιτσογράφος, αλλά είναι ένας “πολιτικός δρώντας” πλέον. Ακόμα και οι επαγγελματίες πολιτικοί λαμβάνουν υπόψη τις θέσεις του κι οι απόψεις του για τα δημόσια πράγματα βαραίνουν πάρα πολύ. Επιπλέον είναι ένας απίστευτα ολοκληρωμένος δημιουργός: μπορεί να σε κάνει να γελάσεις, να κλάψεις, να θυμώσεις. Έχει πολλές “ταχύτητες” στα βιβλία του».
Όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο διευθυντής του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Φραντσίσκο Νέρι: «Είναι μεγάλη μας χαρά και τιμή να φιλοξενούμε εδώ αυτήν την πανέμορφη έκθεση, αφιερωμένη στη σχέση του Μίλο Μανάρα με τον Φεντερίκο Φελλίνι . Και είναι εξίσου μεγάλη τιμή για εμάς να έχουμε σήμερα και τον Μίλο Μανάρα εδώ. Αυτή η εκδήλωση γίνεται σε συνεργασία με το Comicdom CON Athens και τους ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτή τη συνεργασία γιατί μας επιτρέπει να παρουσιάσουμε σε ένα πολύ ευρύ κοινό αυτά τα καταπληκτικά έργα κι αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη».
Από την πλευρά της η Λήδα Τσενέ, καλλιτεχνική διευθύντρια του Comicdom CON Athens δήλωσε: «Βρισκόμαστε σήμερα στα εγκαίνια της έκθεσης που είναι αφιερωμένη στη διαδρομή του μεγάλου Μ. Μανάρα μαζί με τον άλλο μεγάλο Φ. Φελλίνι. Δύο άνθρωποι που έχουν αφήσει ο καθένας το δικό του στίγμα στον δικό του χώρο, κινηματογράφο και κόμικ–που άλλωστε αυτά τα δύο είναι πολύ κοντά. Για εμάς είναι μία πολύ ευτυχής συγκυρία να ξαναφιλοξενήσουμε τον μαέστρο, που είχαμε πριν 14 χρόνια στο φεστιβάλ μας. ‘Αρα γιορτάζουμε φέτος 20 χρόνια Comicdom CON Athens κι ένα από τα δώρα μας, σε συνεργασία με το Ιταλικό Ινστιτούτο, στο κοινό που αγαπά τα κόμικς είναι κι η παρουσία του Μίλο Μανάρα στην Αθήνα».
Η έκθεση «Manara & Fellini: Όνειρο και Σχέδιο» στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στην Αθήνα (Πατησίων 47) θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Μαΐου.
Γιώργης-Βύρων Δάβος
Βίντεο ρεπορτάζ ΑΠΕ-ΜΠΕ
κάμερα Κώστας Σοροβός
κείμενο-συνεντεύξεις Γιώργης -Βύρων Δάβος