Αντίο σε ένα κύριο

Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος είχε ένα καλό, που ολοένα και πιο σπάνια πετυχαίνεις πια: Όταν βρισκόσουν σε κουβέντα με τρίτους και αναφερόταν το όνομά του, άκουγες σε συντριπτικό ποσοστό καλά λόγια. Σ’ έναν χώρο που έχει γίνει τοξικός, όχι μόνο στον αφρό, αλλά και (πολύ) πιο κάτω, πιστέψτε με, σπάνια θα βρεις κάποιον να λέει καλό λόγο για κάποιον άλλο όταν δεν είναι παρών. Βεβαίως, όταν συναντιούνται, υπάρχουν αγκαλιάσματα, φιλιά στα μάγουλα, «κοουτσάρα μου» ο ένας, «γιγαντάρα μου» ο άλλος, κι εγώ κάπου στη μέση να γελάω αναλογιζόμενος τι μου έχει πει ο ένας για τον άλλο off the record.
Διάβασα πολλά συγκινητικά, και του αξίζει κάθε λέξη. Κυρίως γιατί παρ’ ότι σκαρφάλωσε στην κορυφή της προπονητικής πυραμίδας και είχε τις τύχες μέχρι και της εθνικής Ανδρών σε κρίσιμες στιγμές, έμεινε παρών στο Χαϊδάρι και τη Δάφνη. Όχι μόνο ως φυσική παρουσία, αλλά και ως άτυπος «παράγοντας». Να δίνει λύσεις σε ζητήματα μικρά και μεγάλα, ώστε να μείνει η Δάφνη ζωντανή, φάρος στον αθλητισμό της περιοχής του Χαϊδαρίου. Αυτό δεν έχει αναδειχτεί όσο πρέπει στα κείμενα που έχω διαβάσει και, επειδή τυχαίνει να’ χω πέσει πάνω σε πολλά τέτοια «περιστατικά», ακόμα και τα τελευταία χρόνια, θέλω να του το πιστώσω, να το αναδείξω. Η Δάφνη ήταν η οικογένειά του στα δύσκολά της χρόνια.
Το πιο σημαντικό είναι πως αυτούς τους επαίνους των τρίτων, μάλιστα πίσω από την πλάτη του, δεν τους κέρδισε ούτε με γλειψίματα, ούτε με δημόσιες σχέσεις, ούτε με κολακείες. Αλλά παρουσιάζοντας το αληθινό του πρόσωπο.
Φίλοι δεν ήμασταν. Τον πέτυχα στο ρεπορτάζ ως παίκτη της ΑΕΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μου’ κανε εντύπωση η απλότητά του, τη στιγμή που άλλοι είχαν αρχίσει (λόγω δημοσιότητας και πολλών χρημάτων που άρχισαν να δίνονται τότε) να παίρνουν ψηλά τον αμανέ. Χαμηλών τόνων πάντα, δεν έκλεινε ποτέ το τηλέφωνο ακόμα κι όταν ήταν πρώτος ομοσπονδιακός. Το γράφω γιατί άλλοι, και χαμηλότερα ακόμα, το κλείνουν…
Του άσκησα κριτική το 2019, υπέρμετρα σκληρή για το τι είχε καταφέρει με την Ελλάδα και πώς την είχε κρατήσει όρθια στα παράθυρα πρόκρισης. Ευτυχώς, το παραδέχτηκα και το δέχτηκε. Κι εκεί ακόμα, κατάφερε να ξεχωρίσει με τη φοβερή δήλωση ανάληψης της ευθύνης μετά το τελευταίο ματς. «Δεν εμπνεύσαμε», είχε πει. Διαφώνησα. Του το είπα. Διαφώνησε. Τα βρήκαμε, όμως. Είχε αυτή την ικανότητα, να «τα βρίσκει». Δεν άφηνε κάτι να αιωρείται. Και ήταν απόλυτος όταν αισθανόταν ότι τον αδικείς.
Ειλικρινή συλλυπητήρια στους δικούς του και τους φίλους του.
Καλό ταξίδι.