Λόγω της ημέρας. Αθάνατος Χρήστος Σιέμπης. Πάντα στο μυαλό μας, στην ψυχή μας και στην καρδιά μας.

Δημοσιεύτηκε στις 7 April, 2026 | Κατηγορία: ΘΕΜΑ

Tη βλέπω αυτή τη φωτογραφία, το Σιέμπη χαμογελαστό, κι ακόμα πονάω. Οι παλιές πληγές πάντα αφήνουν κουσούρι. Σε πονάνε όταν αλλάζει ο καιρός. Τώρα που πλησιάζει το Πάσχα και μπαίνει η άνοιξη, έρχεται το διήμερο που σε τσακίζει. Σιέμπης στις 7 Απριλίου, Μουρκάκος στις 8 Απριλίου…Ο Σιέμπης ήταν ένα παιδί σε σώμα ενήλικου. Αυτό παρεξήγησα όταν τον πρωτοείδα, αυτό λάτρεψα αργότερα, όταν τον γνώρισα καλύτερα. Δεν μεγάλωσε ποτέ. Κι ούτε θα μεγαλώσει στη μνήμη όλων όσοι είχαμε την ευλογία να τον γνωρίσουμε και να δουλέψουμε μαζί του. Θα μείνει για πάντα νέος. Και τρελός. Με αυτή την έννοια τη θετική, την καλή, αυτή που συναντάς σπάνια πια.

Η πρώτη εντύπωση, σας το είπα, παράξενη. Ένα μπλουζάκι με τον Μίκι-Μάους (!), μεγάλα γυαλιά μυωπίας, κούρεμα – «αφαίρεση ανεπιθύμητης τρίχας» αλά ΙΚΑ, φωνή ψιλή. Τι άσχημο χούι που το’ χουμε να ζυγιάζουμε τον άνθρωπο έτσι! Αδιάφορος, κατέληξα εγώ, το νεούδι, ο ψάρακας, το φθινόπωρο του ’90, που πέρασα το κατώφλι του «ΦΙΛΑΘΛΟΥ». Και μετά παθαίνω σοκ. Αυτός ο «αδιάφορος» καθόταν δίπλα στον Καραγιαννίδη όταν έφτιαχνε πρώτη σελίδα. Δούλευε και τα αθλητικά της «Αυριανής» παράλληλα. Έμπαινε στο γραφείο του Καραγιαννίδη σαν αέρας.

«Ο Σιέμπης; Άσε, μεγάλη ιστορία. Δημοσιογραφάρα». Λες και είχαν κάνει κόπια τη φράση οι «παλιοί» του «ΦΙΛΑΘΛΟΥ», όταν άρχισα να παίρνω το θάρρος και να τους ρωτάω. Ακόμα κι αυτοί που δεν είχαν καλές σχέσεις μαζί του, όπως έμαθα αργότερα και… μυστικά, τον παραδέχονταν. Έτσι έμαθα, από στόμα σε στόμα, τις επιτυχίες του. Τα ταξίδια του στην επαρχία, τα λαβράκια που έβγαλε. Την εργατικότητά του. Την προσήλωσή του. Τη φρεσκάδα των ιδεών του. Την απίστευτη αντικειμενικότητά του, παρ’ ότι δεν φοβόταν να δηλώσει κι από μικροφώνου άρρωστος παοκτσής. Την εμπιστοσύνη που απέπνεε. Τον ενθουσιασμό που έβγαζε στους άλλους. Ένας ηγέτης.

Δεν είχαμε πολλά- πολλά. Δεν χρειαζόταν να έχουμε. Άλλες αρμοδιότητες, άλλες δουλειές, άλλο… επίπεδο. Μόνο τις Δευτέρες, που έκλειναν οι σελίδες του «ΜΠΑΣΚΕΤ» (εφημεριδάκι που έβγαζε το συγκρότημα με «ψυχή» τον – και τώρα ΜΕΓΑΛΟ – Μάνο Μανουσέλη) ανέβαινε κι η αφεντιά μου στη φωτοσύνθεση για τις αγγαρειοδουλειές «βρες πιο μεγάλη φωτογραφία», «δώσε τίτλο δύο αράδες» κτλ. κι αρχίσαμε να μιλάμε.

Η συγκυρία που μας έφερε κοντά ήταν ο SPRINT FM. Ο πρώτος SPRINT FM, στους 105,3. Το ραδιόφωνο που έφτιαξε ο Χρήστος κυριολεκτικά με τα χέρια του. Ένα μέσο που έφερε τη σφραγίδα του και έφτασε, με πενιχρότατα μέσα, έμψυχα και ηλεκτρονικά, να επηρεάζει τα αθλητικά πράγματα στη χώρα μας. Ίσως είναι άδικο αυτό που θα γράψω, όμως ήταν και αυτό που τον έφερε πιο κοντά στο τέλος, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Στον πρώτο SPRINT FM ο Σιέμπης ήταν… και τι δεν ήταν. Θα το συγκεκριμενοποιήσω, μάλλον. Ήταν αυτό που λέμε «η καρδιά». Ακόμα και στις πρώτες εποχές, που όλοι ήθελαν να ασχοληθούν λόγω μιας υποψίας οικονομικής προοπτικής, τίποτα δεν γινόταν χωρίς τον Σιέμπη. Πανταχού παρών και τα πάντα… πληρώνων. Μέχρι και μαρακονάδες στο κυλικείο, για όσους από εμάς ξεμέναμε από λεφτά για το βραδινό ταξί προσπαθώντας να βγάλουμε μία τηλεφωνική συνομιλία, να μείνουμε αργά για να μεταφέρουμε μια είδηση, μια μεταγραφή που έκλεισε, που χάλασε κτλ.

Μετά, όσο ξέφτιζε η οικονομική προοπτική κι έμενε μόνο το μεράκι, ο Σιέμπης έγινε κάτι σαν… Μωυσής. Μας πήρε εμάς, τους λίγους που μείναμε μέχρι το τέλος, και μας οδηγούσε στην έρημο. Με μια πίστη ακλόνητη, ότι ο αγώνας που γινόταν για να κρατηθεί αυτό το πράμα ζωντανό, θα δικαιωθεί στο τέλος. Έφτασε στο σημείο μέχρι και να χρησιμοποιεί γνωριμίες του για να μας βρίσκει δουλειές εξωτερικές, και να μας «ανταποδίδει» έτσι τις εργατοώρες του SPRINT. Κι ενώ δούλευε παράλληλα τόσο στον FLASH, όσο και στο STAR, σε δουλειές, ποτέ δεν απαρνήθηκε το επιχειρηματικό του παιδί.

Δούλευε σαν λιοντάρι. Ακόμα και τα βράδια, τις στιγμές που τέλειωνε το πρόγραμμα και έγερνε την καρέκλα προς τα πίσω, στη χαρακτηριστική στάση του δημοσιογραφικού ραχατιού, το μυαλό του δούλευε για το καλό του SPRINT. Κάποια στιγμή άρχισε να παραπονιέται ότι κουράζεται. Αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι έπρεπε να χαλαρώσει. Κι έτσι άρχισαν οι βραδιές που τον τρέχαμε σε «μίνι γκολφ», σε εξορμήσεις σε ταβερνάκια της Πειραϊκής, σε «βρωμικάδικα» της Χαμοστέρνας, έτσι, για να ξεσκάσει. Γιατί έκανε τα πάντα. Ακόμα και το κόψε ράψε των ηχογραφημένων δηλώσεων, η αγγαρεία της ραδιοφωνικής δουλειάς, από τα χέρια του περνούσε.

Εκπομπές με Σιέμπη, Γεωργίου, αξέχαστες. Τη βραδιά των ξεκάλτσωτων, του τελικού Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ στο μπάσκετ το 1994. Τις βραδιές του Μουντιάλ. Αργότερα στα γεννέθλια του SPRINT, όταν είχαμε κάνει μουσική βραδιά με μπουζούκια και κιθάρες στο στούντιο. Αλλά η μαγεία ήταν η καθημερινότητα. Επέμενε να παρουσιάζει την βραδινή ραδιοεφημερίδα. Περίμενε το γεγονός σαν κυνηγός στο καραούλι, αμέσως έτρεχε να διακόψει το πρόγραμμα, να ενημερώσει, να κινητοποιήσει τους πάντες. Τηλέφωνα σε κόσμο, σε συναδέλφους, ψάξιμο στα αρχεία… Μαθήματα δουλειάς που δεν πληρώνονται, μαθήματα δημοσιογραφικής όσφρησης και οξυδέρκειας, μαθήματα ζωής ταγμένης σ’ έναν σκοπό.

Τα παιδιά που ανέδειξε; Εντάξει, κάποιοι είχαν κάποια χιλιόμετρα πριν απ’ αυτόν, κάποιοι άλλοι έχτισαν αυτό που έχτισαν παράλληλα μ’ αυτόν. Όλοι πήραν, πάντως. Πήραν πολλά. Κάποιοι το κρύβουν. Κάποιοι το παραδέχονται υπόκωφα. Κάποιοι, όπως εγώ, το φωνάζουμε. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πόσο έχει επηρεάσει την οπτική μου, τη δουλειά μου, τη λογική μου ο Χρήστος. Σχεδόν όλα τα παιδιά του «ΦΙΛΑΘΛΟΥ» πέρασαν από εκεί και πήραν απλόχερα τη γνώση, την εμπειρία του. Τρία παιδιά, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου (σήμερα διευθυντής στο SDNA), ο Θέμης Σινάνογλου (στο «ΦΩΣ») και ο στοιχηματογραφιάς Φώντας Τσούνης είναι δημιουργήματά του εκ του μηδενός.

Ο Χρήστος ήξερε ότι είχε στα χέρια του ένα διαμάντι. Ακατέργαστο, όμως. Σ’ αυτόν τον επιχειρηματικό βούρκο που βρισκόταν τότε ο SPRINT δεν μπορούσε να δείξει καμία λάμψη. Άρχισε τις επαφές. Έφτιαξε προτάσεις, για τη δημιουργία ενός νέου ραδιοφωνικού σταθμού. Αναλυτικότατες προτάσεις, σε σημείο ανατριχίλας. Μας τις διάβαζε μ’ έναν ενθουσιασμό που μου’ φερνε κλάματα. Ειδικά το σήμα. «Γκολ FM», λέει. «Θα ακούγεται από κάτω ατμόσφαιρα γηπέδου, μερικές νότες και ξαφνικά… Γκοοοοοοολλλ», κράζει και σηκώνεται πάνω κι αρχίζει να χορεύει όπως ο Ροζέ Μιλά στο σημαιάκι στο Μουντιάλ του 1990. Θυμάμαι πήγα και τον αγκάλιασα τότε.

Το τι έγινε μετά δεν έχω το δικαίωμα να το γράψω. Το κρατάω στην ψυχή μου σαν βάρος ασήκωτο. Τα ξέρει η οικογένειά του πολύ καλά. Το πώς το σύνολο της ιδέας του υποκλάπηκε και υλοποιήθηκε χωρίς τη δική του παρουσία πιστεύω ακράδαντα ότι τον χτύπησε βαρύτατα. Με την πούστικη (συγχωρήστε μου τη λέξη) αρρώστια του καρκίνου δεν έχει βρει άκρη η επιστήμη. Δικαιούμαι να πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση, το όνειρο που του πήραν μέσα από τα χέρια, η δικαίωση που δεν ήλθε ποτέ, διευκόλυνε τη δημιουργία, αν δεν δημιούργησε η ίδια, τον όγκο.

Και μετά… Το μεγαλείο. Ο Σιέμπης που αντιστέκεται. Ο Σιέμπης που επιμένει. Που παίρνει ζωή από τη δουλειά του. Που αρνείται να συμβιβαστεί. Που δίνει με τη στάση του άλλο ένα μάθημα, πώς να αντιμετωπίζεις ένα άλυτο πρόβλημα.

Δεν τολμώ να αποκαλέσω τον Σιέμπη «πατέρα» ή «αδελφό». Ακόμα και ηλικιακά δεν θα ταίριαζε. Ήταν, όμως, και τα δύο. Και πολλά ακόμα. Και δάσκαλος. Και φίλος. Μέχρι και την… παρηγορήτρα έκανε στα τότε συναισθηματικά μου μπερδέματα. Με λίγα λόγια, ήταν ο άνθρωπος που θα’ θελες να’ χεις κοντά σου κάθε στιγμή. Τη στιγμή της δουλειάς, τη στιγμή του τραπεζιού, τη στιγμή του καφενείου, τη στιγμή της σοβαρής κουβέντας.

Για μένα, αλλά και για όσους τον γνώρισαν πιστεύω, παραμένει ΑΘΑΝΑΤΟΣ…

Αργύρης Παγαρτάνης

https://www.sportdog.gr/life/media/883926/o-paoktshs-dhmosiografos-poy-efyge-poly-neos

Γράψε το δικό σου άρθρο

Στείλε μας το κείμενό σου και η ομάδα μας θα το ελέγξει για δημοσίευση.